Νεράιδες

Πέλαγος, Παραλία, Πηγὴ Ζωῆς, Λίμνη, Ποτάμι, Λιβάδια & Ἄντρο Δικταῖο, Δίκτη -Γιούχτα, Ἀνατολικότερο Ὅρος τῆς Ἰδαίας Ὀροσειρᾶς Κρήτης.

Τὸ παραμύθι μὲ τὶς Νεράϊδες, τῆς ἀνατολικότερης Ἰδαίας Ὀροσειρᾶς Κρήτης, τῆς ὀροσειρᾶς Δείκτεως -Ὑηττοῦ ἢ ὀροσειρᾶς Δίκτη - Γιούχτα.

Ἕνα πρωινὸ τοῦ 1989, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπισκέψεις μου στὸν ἀγρό μου, στὴν Παπούρα Λιβάδια, βορινών Ὑπωρειῶν ὀροσειρᾶς Δείκτεως (κορυφή Πρινιά), ἕνας γέρος περαστικός, κοντοστάθηκε μὲ χαιρέτησε μὲ τὸ χαρακτηριστικὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα τῆς περιοχῆς καὶ μοῦ ἄνοιξε κουβέντα:

"Ὥρα καλή".

Πρὶν καλά - καλά τον ἀντιχαιρετήσω, ἄρχισε νὰ μὲ ρωτᾶ, γιὰ νὰ μάθει ποιός εἶμαι καὶ τί γυρεύω στὸ χωράφι, τόσο πρωί.

"Ποιός εἶσαι τοῦ λόγου σου;

Δὲν σὲ ἔχω ξαναθωρόντας ἐπαὲ στὸν τόπο μας".

Τοῦ ἀποκρίθηκα ὅτι πρόσφατα ἀγόρασα αὐτὸ τὸ χωράφι.

Τότε μονολογῶντας φωναχτὰ εἶπε:

"Ἔ, κακορίζικε γέρο καὶ ποὺ νὰ γάτεχες πὼς ἐτούτονα τὸ χωράφι ἀπου ἤτονε τὸ καλύτερο σου, ἡ καλύτερη ἀπλώστρα σὲ οὔλη τὴν περιοχή, πὼς ἤθελα πουληθεῖ σὲ ξένους. Ἄνε τὸ γάτεχες, στὴν τρέλα ἤθελε νὰ σὲ βγάλει"

Τὸν κοίταξα ἀπορημένος, γιὰ τὸν παράξενο μονόλογό του καὶ αὐτὸς συνεχίζοντας εἶπε:

"Ἤντα μὲ ξανοίγεις, ἐτσα ΄ναι ποὺ τὸ λέω. Τὸ χωράφι ἐτούτονέ ἀποῦ ΄χεῖς ἀγορασμένο ἔχει μεγάλη ἱστορία, μόνο ἂν δὲ βιάζεσαι κάτσε νὰ σοῦ τηνε πῶ ..."

"Λοιπὸν αὐτὸς ἀποῦ εἶχε πρῶτα τὸ χωράφι ἐτούτονά, το ΄χὲ ἀγορασμένο στὴν ἀνταλλαγὴ ἀπὸ τουρκοκρητικὸ καὶ θάριενε πὼς κανεὶς κληρονόμος δὲν θελα σκεφτεῖ νὰ τὸ πουλήσει καὶ μάλιστα σὲ ξένους.

καὶ συνέχισε, λέγοντας ὅτι ὁ ἐπικλινὴς ανατολικομεσημβρινός στήν Παπούρα ἀγρός μου, ἦταν ἰδανικὴ ἀπλώστρα ξήρανσης σταφίδας. 

"Ἤτονε ἀπλώστρα γιὰ τὴ σταφίδα, ἡ καλύτερη ἀπλώστρα σὲ οὔλη τὴν περιοχὴ καὶ πιστεύανε, λέει, πὼς τούφερνε τύχη"

καὶ συνέχισε μὲ ἕνα παραμύθι ποὺ ἀφοροῦσε καὶ τὸ χωράφι μου, για ξωτικά νεράϊδες νερῶν καί τῶν "βάλτων", γιὰ τὶς ὁποῖες πίστευαν ὅτι προκαλοῦσαν πυρετοὺς καὶ θανάτους σὲ ὅσους παρέμεναν τὴν νύχτα στὰ Λιβάδια, μὴ γνωρίζοντας προφανῶς, τοὺς ἀνωφελεῖς κώνωπες τῶν "βάλτων" του ποταμού της "Ἴδης", ποὺ μετέδιδαν ἑλονοσία. 

Οἱ Νεράϊδες στὶς βορινές ὑπώρειες τοῦ ὅρους Δείκτεως (Πρινιά),

"Οἱ πλια παλιοὶ ἐλέγανε πὼς ἐπαὲ τὰ πολὺ παλιὰ χρόνια ἤτονε λέει μιὰ σπηλιὰ κι ἀπὸ΄ξω ἀπό ΄τὴ σπηλιὰ εἶχε μεγάλον πλάτανο καὶ λιμνούλα μὲ μιὰ πηγὴ ποὺ τὴν ἐλέγανε πηγὴ τσῆ Ζωῆς.

Ἐλέγανε πὼς σὲ κεινηνὰ τὴν σπηλιά, νεράϊδες τσῆ πηγῆς, ἀναθρέψανε ἕνα πριγκιπόπουλο, κρυφὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του, ἐπειδὴ αὐτὸς ἐφοβούντονε πὼς ὀντε θελα μεγαλώσει τὸ κοπέλι, θὰ τοῦ πάρει τὸ Βασίλειό του.

Στὴν πηγή, λέει αὐτὴ μὲ τὴν λιμνούλα καὶ τὰ πολλὰ νερὰ καὶ τσὶ πλατάνους, ἠρχούντανε πολλὰ ζωντανὰ νὰ δροσιστοῦνε. Ἐλέγανε λοιπὸν πὼς οἱ νεράϊδες τσῆ πηγῆς ἀναθρέψανε τὸ κοπέλι μὲ τὸ γάλα μιᾶς αἴγας. Τὸ ταϊζανε καὶ μέλι ποὺ εἴχανε μπόλικο γιατί ἐκειὰ εἶχε στέσει τὸ Βασίλειο τζὴ μιὰ Βασίλισσα Μέλισσα.

Ὄντεν ἐμεγάλωσε λέει τὸ κοπέλι ἐζήτηξε νὰ πάει νὰ συναντήσει τὸν Ἥλιο. Ἔτσα μιὰν ἡμέρα ἐξεκίνησε κολυμπῶντας ὅθεν τὴν ἀνατολὴ γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Ἥλιο, τὴν ὥρα ποὺ προβέρνει στὸν ὁρίζοντα.

Κι ἔφταξε, λέει σὲ ἕνα τόπο, ἀποῦ συνάντησε μιὰ πεντάμορφη κοπελιὰ, ποὺ ἐθάριενε πὼς εἶναι ἡ κόρη τοῦ Ἥλιου καὶ τὴν ἐρωτεύτηκε. Τὴν ἐξεγέλασε, λέει καὶ μὲ τρόπο, τὴν ἅρπαξε καὶ τὴν ἔφερε κολυμπῶντας ἐπαέ. Διψασμένη καὶ πεινασμένη ἀπὸ τὸ ταξίδι ἡ κοπελιὰ ποὺ ἤτανε, λέει, πριγκίπισσα στὴν χώρα τζη, ἤπιε νερὸ ἀπὸ τὴν "Πηγὴ τσῆ Ζωῆς", ἤπιε γάλα ἀπὸ τὴν αἴγα ποὺ ἄρμεξαν οἱ νεράϊδες καὶ ἔφαε μέλι ἀπὸ τὸ Βασίλειο τῆς Μέλισσας. Εἶχαν νὰ ποῦν πὼς ἀπὸ κεινονά τον πρίγκηπα ποὺ ἀναθράφηκε ἐπαὲ καὶ τὴν πεντάμορφη πριγκίπισσα ἀποῦ ἔφερε ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ, ἐγεννήθηκε ὁ Μίνως, ὁ Βασιλιᾶς τσῆ Κρήτης".

καὶ χωρὶς νὰ σταματήσει συνέχισε:

"Τὸ παραμύθι ἐτούτονα, τὸ πρωτοάκουσα ἀπὸ τὴν γιαγιά μου, ὄντεν ἤμουνε μικιὸ κοπέλι. Ἡ γιαγιά μου, ἔλεγε "ὅτι οἱ πεντάμορφες νεράϊδες, ἐφυλάγανε λέει, αὐτὴ τὴν πηγὴ τσῆ Ζωῆς μὲ τραγούδια καὶ χορούς, καὶ ὅποιον ἄντρα ἐπέρνα ἀπὸ ἐπαὲ τὴν νύχτα τὸν ἀναγκάζανε νὰ χορεύει μαζί τους, ἴσαμε νὰ ποθάνει. Γιαυτὸ δὲν ἐξουθαρρεύουντανε κανεὶς νὰ περάσει νύχτα ἀπὸ ἐπαὲ καὶ ἐτσὰ ἡ πηγὴ τσῆ Ζωῆς, ἤτανε πάντα ἀμαγάριστη, μὲ γάργαρο τρεχούμενο νερὸ ποὺ πότιζε πλατάνια καὶ ἐδρόσιζε ζῶα καὶ ἀνθρώπους, ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ μέχρι τὴν δύση τοῦ ἥλιου".

Τόλμησα καὶ τοῦ εἶπα: "Ἔχω ἀκούσει πολλὰ παραμύθια μὲ νεράϊδες καὶ ξωτικὰ σὲ πηγές, παρόμοια μὲ τὸ παραμύθι ποὺ μοῦ εἶπες, ἀλλὰ δὲν βλέπω ἐδῶ, κάποια πηγή."

Ὁ Γέρος τότε μοῦ ἀπάντησε:

"Ἤτονε πηγὴ μὲ λιμνούλα, ποὺ δροσίζονταν οἱ νεράϊδες. Γύρω ἀπὸ τὴν πηγὴ μὲ τὴν λιμνούλα εἶχε μεγάλους πλατάνους, μυρσίνες, δάφνες, βάτους καὶ ἄλλους θάμνους καὶ λουλούδια, τόσο πυκνούς, ἀποῦ δὲν ἐμπόριε εὔκολα νὰ περάσει ἄνθρωπος, σὲ κεινονά τον νεραϊδότοπο.

"Ἐστέρεψε ὅμως μὲ τὸν καιρὸ ἡ πηγή, ἐξεραθήκανε τὰ πλατάνια καὶ τάλλα δέντρα καὶ οἱ νεράϊδες μισέψανε κιαυτὲς καὶ ὁ τόπος ἔμενε ἔρημος μὲ κάμποσους θάμνους.

"Κάποιοι μετὰ ἀνοίξανε ἐπαὲ κοντά, πηγάδι, ποὺ κιαυτὸ μὲ τὸ καιρὸ ἐστέρεψε καὶ τὸ μπαζώσανε.

"Φαίνονται τὰ ἴχνη τοῦ πηγαδιοῦ ἀκόμα. Νὰ ἐπαέ", 

καὶ μοῦ ἔδειξε ἐκεῖ ποὺ σήμερα εἶναι ἡ αὐλὴ τοῦ νηπιαγωγείου.

Ὁ ἥλιος εἶχε ἀνέβει ἀρκετὰ ψηλὰ στὸν οὐρανό, ὅταν ὁ γέρος, χαρούμενος ποὺ τὸν ἄκουγα, μὲ χαιρέτησε καὶ ἔφυγε, χωρὶς ἀπὸ τότε νὰ τὸν ξαναδῶ.  

Στρατής Καλογερίδης. Σητεία, 1883 - Αθήνα, 25 Ιουλίου 1960, συνθέτης κρητικής μουσικής- δεξιοτέχνης βιολιού.

Διάλογοι Μυθιστοριῶν

   Email ἐπικοινωνίας : sandroid153 at gmail.com

Πρέπει νὰ συγχαρῶ τους Δημιουργοὺς του Ἱστοτόπου webnode, γιὰ τὸν θαυμαστὸ Διαδικτυακὸ ἱστότοπο.

Ἐν Δεικταὶῳ Ὑηττοῦ, Ιδαίας Νήσου Τηθύος τῇ 22ῃ Σεπτεμβρίου 2025.  

Μητρόπουλος Θ Στυλιανός, (Metropoulos Th. Stylianos-Metr).

Υλοποιήθηκε από τη Webnode Cookies
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε